Ένας φίλος μου, μου είπε πρόσφατα πως τη γιορτή του αγίου Βαλεντίνου προλαβαίνει να τη γιορτάσει 2 φορές περίπου ένα μέσο ζευγάρι. Έπειτα αναρωτήθηκε, μήπως τελικά είναι η αρχή του τέλους όλο αυτό και όχι μια «γιορτή της αγάπης/ του έρωτα» όπως την παρουσιάζουν ή θέλουν να την παρουσιάζουν όλοι;
Τι είναι αγάπη; Άραγε αυτές οι σελίδες ,και το word γενικότερα, χωράνε την περιγραφή της έννοιας της και την περιγραφή του συναισθήματος που προκαλεί; Τι είναι έρωτας; Υπάρχει αληθινά ή είναι απλά ένας ενθουσιασμός; Κάτι που ξεκινάει δυνατά και τελικά ξεθυμαίνει εύκολα και γρήγορα; Μήπως είναι κάτι απροσδιόριστο, που έχει όμως λόγο ύπαρξης;!
Δεν ξέρω τι είναι ακριβώς αγάπη και έρωτας, ίσως τα έχω βιώσει στο έπακρο ίσως πάλι και όχι, εξάλλου ποτέ δεν γιόρτασα και δεν αποδέχτηκα την γιορτή αυτή της αλόγιστης κατανάλωσης. Το σίγουρο όμως είναι πως μπορώ να περιγράψω τι δεν είναι έρωτας!
Γίνεται να λες πως θέλεις κάποιον, αλλά να σου τελειώνει ο ενθουσιασμός πολύ γρήγορα; Γίνεται να λες πως ενδιαφέρεσαι για κάποιον και με αφορμή μια ψεύτικη δικαιολογία να εξαφανίζεσαι; Γίνεται να λες πως αγαπάς κάποιον όταν του ακυρώνεις την προσωπικότητα μειώνοντάς τον με κάθε ευκαιρία; Γίνεται να λες πως θέλεις κάποιον και μέσα σου να αισθάνεσαι πως δεν ‘χρωματίζει’ τη ζωή σου και πως απλά υπάρχει δίπλα σου, ζώντας αδιάφορα την κάθε στιγμή μαζί του; Προφανώς και δεν γίνεται!
Όλες οι παραπάνω συμπεριφορές που περιέγραψα κατά τύχη, είναι ένα αντιπροσωπευτικό δείγμα για το «τι δεν είναι έρωτας».
Παρ’ όλα αυτά, κάποιες φορές μόνοι μας επιδιώκουμε και προκαλούμε καταστάσεις και αντιδράσεις με σκοπό να επιβεβαιώσουμε τυχόν αντιλήψεις που έχουμε. Μόνοι μας βάζουμε τα εμπόδια στη σχέση μας, ώστε να υπονομεύσουμε το όμορφο παιχνίδι του έρωτα που μας κυριεύει και ίσως κάποιους τους τρομάζει.
Η παρακάτω ιστορία του γνωστού ψυχολόγου/ψυχοθεραπευτή Χόρχε Μπουκάϊ , που έτυχε να ξαναδιαβάσω πρόσφατα, το αποδεικνύει αυτό :
«Περπατώ σ’ ένα μονοπάτι. Αφήνω τα πόδια μου να με οδηγήσουν. Η ματιά μου στέκεται στα δέντρα, στα πουλιά, στις πέτρες. Στον ορίζοντα διαγράφεται το περίγραμμα μιας πόλης. Οξύνω τη ματιά μου για να την ξεχωρίσω καλύτερα. Αισθάνομαι ότι η πόλη με έλκει. Χωρίς να ξέρω πως, συνειδητοποιώ ότι σε αυτήν την πόλη μπορώ να βρω όλα όσα επιθυμώ. Όλους μου τους στόχους, τους σκοπούς, τα μελλοντικά μου επιτεύγματα. Οι φιλοδοξίες και τα όνειρά μου βρίσκονται σε αυτήν την πόλη. Αυτό που θέλω να καταφέρω, αυτό που χρειάζομαι, αυτό που ήθελα να γίνω πιο πολύ, αυτό που επιδιώκω, αυτό που προσπαθώ, αυτό για το οποίο δουλεύω, αυτό που πάντα φιλοδοξούσα, αυτό που θα ήταν η μεγαλύτερη από τις επιτυχίες μου. Φαντάζομαι ότι όλα αυτά βρίσκονται σε αυτήν την πόλη. Χωρίς δισταγμό, αρχίζω να πηγαίνω προς τα εκεί. Λίγο μετά, αφού έχω ήδη αρχίσει να βαδίζω, το μονοπάτι γίνεται ανηφορικό. Κουράζομαι λίγο, αλλά δεν πειράζει. Συνεχίζω. Διακρίνω μια μαύρη σκιά παρακάτω, στο δρόμο. Πλησιάζω και βλέπω ότι μια τεράστια τάφρος εμποδίζει το πέρασμά μου. Φοβάμαι… Διστάζω. Μ’ ενοχλεί που ο στόχος μου δεν μπορεί να επιτευχθεί εύκολα. Όπως και να ‘χει, αποφασίζω να πηδήξω την τάφρο. Κάνω πίσω, παίρνω φόρα και πηδάω. Καταφέρνω να την περάσω. Ξαναρχίζω το δρόμο μου και συνεχίζω να περπατώ. Λίγα μέτρα πιο κάτω εμφανίζεται άλλη τάφρος. Ξαναπαίρνω φόρα και την περνάω κι αυτήν. Τρέχω προς την πόλη : ο δρόμος φαίνεται καθαρός. Με ξαφνιάζει μια άβυσσος που ανοίγεται στο δρόμο μου. Σταματώ. Είναι αδύνατον να πηδήξω από πάνω. Βλέπω δίπλα πως υπάρχουν ξύλα, καρφιά και εργαλεία. Συνειδητοποιώ ότι βρίσκονται εκεί για την κατασκευή μιας γέφυρας. Ποτέ δεν ήμουν επιδέξιος στα χέρια….
…σκέφτομαι να παραιτηθώ.
Κοιτώ το στόχο που επιθυμώ….. και αντιστέκομαι. Αρχίζω την κατασκευή της γέφυρας.
Περνούν ώρες, μέρες, μήνες. Η γέφυρα είναι έτοιμη. Συγκινημένος, τη διασχίζω. Και φτάνοντας στην άλλη μεριά… ανακαλύπτω το τείχος. Ένα γιγαντιαίο τείχος, κρύο και υγρό, περικυκλώνει την πόλη των ονείρων μου… Αισθάνομαι απελπισμένος… Ψάχνω τρόπο να το αποφύγω. Δεν υπάρχει. Πρέπει να σκαρφαλώσω. Η πόλη είναι τόσο κοντά… Δε θα αφήσω το τείχος να μου φράξει το πέρασμα. Σκέφτομαι να αναρριχηθώ. Ξεκουράζομαι μερικά λεπτά και παίρνω αέρα….
Ξαφνικά βλέπω, σε μια άκρη του δρόμου, ένα παιδί να με κοιτά σαν να με γνώριζε. Μου χαμογελά με συνενοχή. Μου θυμίζει τον εαυτό μου… όταν ήμουν παιδί. Ίσως γι’ αυτό τολμώ να εκφράσω φωναχτά το παράπονό μου. «Γιατί τόσα εμπόδια ανάμεσα σε εμένα και στο σκοπό μου;» Το παιδί σηκώνει τους ώμους και μου απαντά. «Και γιατί ρωτάς εμένα; Τα εμπόδια δεν υπήρχαν μέχρι να έρθεις… Τα εμπόδια τα έφερες εσύ.»
(*Απόσπασμα από το βιβλίο του Χόρχε Μπουκάϊ “Ιστορίες να σκεφτείς”)
Κρατώντας λοιπόν την τελευταία φράση της ιστορίας, καταλήγω στο ότι για να συσχετιστείς με κάποιον καλό θα ήταν να βάζεις κατ’ αρχάς τον φόβο για τη δέσμευση στην άκρη και να ζεις στο έπακρο τη στιγμή. Χωρίς δεύτερες σκέψεις και περιορισμούς που σε πάνε πίσω.
Εάν θέλεις έναν άνθρωπο στην ζωή σου τον κρατάς με οποιοδήποτε τρόπο.
Ο έρωτας έτσι κι αλλιώς είναι αυτός που θα νικήσει στο τέλος, είναι κάτι πάνω απ’ τις δυνάμεις μας, κάτι μη ελεγχόμενο…!
* Το κείμενο είναι διαθέσιμο στο www.artsandthecity.gr